7.9.16

"Το αγκάθι της Μπελανότα" (bespoke fairytale για τη Μαρίζα Ν.)

Στη Μαρίζα, με αγάπη
Μαρία Βλαχοπούλου


Μια φορά κι έναν καιρό μέσα σε μια μεγάλη καρδιά προσγειώθηκε από το πουθενά ένα υπερσύγχρονο αεροπλάνο. Μόλις σταμάτησαν οι κινητήρες του να λειτουργούν, άνοιξαν οι πόρτες δεξιά και αριστερά και κατέβηκαν οι δυο επιβάτες του. Στην καρδιά η εποχή ήταν Άνοιξη και ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει. Το κλίμα ήταν τροπικό και οι δροσοσταλίδες άπειρες. Η βλάστηση ήταν πυκνή και οι ήχοι σπάνιοι.
«Ω! Τι καταπληκτικός κήπος για τη Μπελανότα μας!» είπε ενθουσιασμένος ο πιλότος Κινγκ, που κρατώντας στο ένα χέρι το κράνος άπλωσε το άλλο στη σύντροφό του να την κρατάει τρυφερά στη βόλτα τους.
«Λα λα λα λα λα!» Είσαι σπουδαίος εξερευνητής βασιλιά μου και το κηπουρικό σου ένστικτο αλάθητο! Πάμε λοιπόν να βρούμε ένα μέρος σε αυτήν την πανέμορφη κοιλάδα να μεγαλώσει ο θησαυρός μας. Λα λα λα λα λα!» είπε τραγουδιστά η διάσημη σοπράνο Μάρτζυ Κολορατούρα, σφίγγοντας και με τη φωνή της το χέρι του βασιλιά, πιλότου, κηπουρού, πολυταξιδεμένου αγαπημένου άντρα της.
Περπάτησαν έτσι χέρι-χέρι αρκετή ώρα μέσα στην κοιλάδα της καρδιάς ψάχνοντας το κατάλληλο μέρος για το σποράκι τους. Βρήκαν σε ένα ύψωμα μια ανοιχτωστιά και συμφώνησαν πως ήταν ό,τι έπρεπε για την σπάνια τριανταφυλλιά τους, που ακόμα δεν γνώριζαν ούτε τι ύψος θα μπορούσε να πάρει, ούτε τι ρίζες θα μπορούσε να απλώσει. Έσκαψαν το χώμα, άφησαν το σπόρο, το σκέπασαν πάλι απαλά, το πότισαν με τις δροσοσταλίδες, έφτιαξαν ένα σπίτι κοντά της με πολλά παράθυρα για να τη βλέπουν να μεγαλώνει και περίμεναν.
Κάθε πρωί μόλις ξυπνούσε η Μάρτζυ Κολορατούρα φορούσε τη μακριά μεταξωτή της ρόμπα και έβγαινε στον κήπο να καλλιεργήσει τη Μπελανότα. Έπαιρνε θέση  περιωπής  και την πότιζε με άριες, τραγούδια παλιάς και νέας εποχής, κελαηδίσματα, εξωτικά νανουρίσματα, χορευτικές επιτυχίες, ήχους των πλανητών. Ο κύριος Κινγκ έφτιαχνε το πρωινό τους, το σερβίριζε στη βεράντα και μέχρι να τελειώσει η Μάρζυ Κολορατούρα και να έρθει να το απολαύσουν μαζί, συνεννοούνταν με τις δροσοσταλίδες για το ημερήσιο πρόγραμμα φροντίδας της τριανταφυλλιάς τους. Έπειτα  έμπαιναν και οι δυο στο αεροπλάνο και απογειώνονταν από την καρδιά για να φέρουν τα καλύτερα λιπάσματα από άλλα βασίλεια. Μέχρι να μεγαλώσει η Μπελανότα επέστρεφαν κάθε απόγευμα στο σπίτι κοντά της, περιποιούταν το χώματης και φωτογράφιζαν την ανάπτυξή της. Τις νύχτες περνούσαν με τριανταφυλλένια όνειρα αγκαλιασμένοι στα πουπουλένια τους μαξιλάρια. Ώσπου ένα πρωί η Μπελανότα μεγάλωσε.
                                                               …
Οι ρίζες της βύθισαν τις άκρες τους βαθιά στο χώμα κάνοντάς το να ανατριχιάσει. Ο γερογεωσκώληκας, που τόσο καιρό ζούσε ανάμεσά τους, έδωσε συγκινημένος εντολή στις χιλιοποδαρούσες να τρέξουν να βοηθήσουν το άπλωμά τους.  Η Μπελανότα ύψωσε τον τρυφερό, ασημένιο βλαστό της και τέντωσε τον κρυστάλλινο αυχένα της προς το αεράκι. Αυτό αγκάλιασε το μπουμπούκι της και φύσηξε ανοίγοντας ένα-ένα τα εκατό, μαύρα, σγουρά και γυαλιστερά ροδοπέταλα της. Τα φύλλα γύρω από τον κορμό της ξετυλίχτηκαν λεπτά και δυνατά, ίδιο χρώμα με τα μάτια της.
Άναυδοι από την εξωτική ομορφιά της, η Μάρτζυ Κολορατούρα και ο κύριος Κινγκ την πλησίασαν.
«Άντρα μου, αυτό δεν είναι τριαντάφυλλο. Αυτό είναι ένα θαύμα!»
«Ούτε που το περίμενα! Ούτε που το φανταζόμουν! Ούτε στον ύπνο μου δεν το ‘χα δει! Αυτό δεν είναι τριαντάφυλλο. Αυτό είναι ένα αριστούργημα!» είπε και κύριος Κινγκ σκύβοντας να το μυρίσει κι άλλη μια έκπληξη τον περίμενε.
 Η Μπελανότα δεν ήταν απλώς μια σπάνια τριανταφυλλιά. Ήταν μοναδική. Ένα καινούργιο είδος. Αν είναι δυνατόν! Όταν την πλησίαζες αντί για μυρωδιές σκορπούσε νότες! Αντί για ευωδιές πλημμύριζε τον κόσμο μελωδίες! Κι έτσι ψηλή, λάγνα και αναρριχητική που ήταν, προκαλούσε δέος η αλλόκοσμη ιδιότητά της. Τόσο, που κανείς αργούσε να προσέξει την ευαισθησία της.  Είχε μια αδυναμία που πρώτη κατάλαβε η Μάρτζυ Κολορατούρα, ίσως γιατί το έμπειρο μουσικό της αυτί μπορούσε να διακρίνει τις βαγκνερικές παύσεις της Μπελανότα.
«Δεν έχει αγκάθια κύριε Κινγκ… καμία προστασία. Σε τι καρδιά την καλλιεργήσαμε; Τι κάναμε λάθος; Θα τη βρει ο πόνος.» είπε με λυπημένη αγωνία χαϊδεύοντας το λείο κορμό της Μπελανότα.
«Αποκλείεται! Θα κάνουμε τα πάντα για να της τα παρέχουμε. Φεύγουμε ευθύς αμέσως να ψάξουμε για αγκάθια. Θα βρούμε τα καλύτερα, θα αναστατώσουμε όλες τις καρδιές του κόσμου. Στην ανάγκη θα τη δέσουμε, θα την περιστοιχίσουμε με συρματόπλεγμα, θα την περιορίσουμε σε κανένα ασφαλές κλουβί.» βροντοφώναξε αποφασιστικά ο κύριος Κινγκ και έσπευσε να πάρει το κράνος του να απογειώσει το αεροπλάνο.
«Συγνώμη, συγνώμη… μήπως μπορώ να έχω μια τριανταφυλλένια γνώμη;» είπε χαμογελώντας τους η Μπελανότα και συνέχισε :
«Θέλω να με αφήσετε να υπάρχω έτσι όπως είμαι. Αυτό που λέτε «πόνος» εγώ δεν το ξέρω. Τι είναι τα αγκάθια και γιατί τα χρειάζομαι; Αφήστε με να φουντώσω τώρα που πήρα φόρα! Θα εκραγούν τα μπουμπούκια μου, θα εκτοξευθούν τα ματοτσίνορά μου, θα αναρριχηθούν τα άκρα μου σε όλο το σύμπαν της καρδιάς μου, αχ μη με εμποδίσετε να είμαι αυτό που τίποτα δεν του λείπει! »
Ο κύριος Κινγκ και τη Μάρτζυ Κολορατούρα, όμως, ήταν αποφασισμένοι. Η Μπελανότα θα αποκτούσε αγκάθια.  Μόνο τότε θα ήταν σίγουροι ότι έκαναν το καλύτερο για την τριανταφυλλιά τους και ήσυχοι θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Προστάτεψαν προσωρινά τη Μπελανότα με ένα δαντελωτό, λευκό τραπεζομάντηλο, άνοιξαν τους χάρτες και τα βιβλία τους και μόλις βρήκαν αυτό που έψαχναν πέταξαν προς την Αγκαθούπολη, την πιο αγκαθωτή καρδιά του κόσμου.
                                                                  …
Στην Αγκαθούπολη ήταν πολύ δύσκολο να προσγειωθούν.  Ένα τεράστιο αγκάθι προεξείχε της καρδιάς  και τους προειδοποιούσε με κόκκινα γράμματα που αναβόσβηναν να μην πλησιάσουν. Καταιγίδες δεξιά και αριστερά ανατάραζαν το ελαφρύ αεροπλάνο, ανεμοστρόβιλοι το έσπρωχναν μίλια μακριά. Με έναν επιδέξιο ελιγμό ο κύριος Κινγκ το έκρυψε σε ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο που τους οδήγησε στο χιονισμένο κρατήρα της  Αγκαθούπολης. Βγήκαν γρήγορα από το αεροπλάνο και πριν προλάβουν τα αγκαθωτά χιονοστιβαδολούλουδα να τους τυλίξουν άρχισαν να κατεβαίνουν προς τα βάθη της πόλης. Γύρω τους λογιών-λογιών αγκάθια ζητιάνευαν την αποκοπή τους, παρακαλούσαν σκίζοντας τα ρούχα των σπάνιων επισκεπτών τους να τα υιοθετήσουν, διαφήμιζαν τον πόνο που προκαλούσαν γδέρνοντας και τρυπώντας τα δέρματά τους, «πόνο, πόνο και ερημιά, πόνο θέλει η καρδιά» ψιθύριζαν τσιριχτά. Η δυστυχία παρέσερνε το ζευγάρι όλο και πιο βαθιά στην ακανθώδη καρδιά.
Η Μάρτζυ Κολορατούρα φοβήθηκε τόσο που έχασε τη φωνή της. Ήθελε να φωνάξει στον κύριο Κινγκ πως είχαν κάνει λάθος, πως κανένα από αυτά τα αγκάθια δεν θα ταίριαζε ποτέ στη Μπελανότα τους, πως ήταν λάθος, λάθος, λάθος πάμε να φύγουμε αγάπη μου, μα ούτε ένας ήχος δεν έβγαινε από το στόμα της και τα δάκρυά της έτσουζαν τις πληγές στο πρόσωπο και στο στήθος της. Ο κύριος Κινγκ καταλάβαινε και ο ίδιος το λάθος που είχαν κάνει και θυμωμένος με τον εαυτό του έβγαλε από την τσέπη ένα σουγιά και αντεπετίθετο στα άγρια αγκάθια μανιακά. Κοίταξε ψηλά προς τον κρατήρα της καρδιάς για να σχεδιάσει τη διαφυγή τους και τότε μόνο είδε τη Μάρτζυ Κολορατούρα στο έλεος ενός απερίγραπτου θάμνου που σχεδόν την είχε καταπιεί να προσπαθεί να φωνάξει και να μην μπορεί. Διάβασε τα χείλη της «Σ’ αγαπώ. Τρέξε να σωθείς, πήγαινε στη Μπελανότα.». Το βλέμμα της έσβησε και ο ατελείωτος πόνος έφυγε από το σώμα της και μπήκε στο σώμα του κυρίου Κινγκ. Τόσο δυνατή ήταν η κραυγή του που για λίγο σταμάτησαν τα αγκάθια να διακλαδώνονται. Σκαρφάλωσε συντετριμμένος προς την έξοδο παίρνοντας μαζί του ένα σκληρό αγκάθι για να διδάξει στη Μπελανότα την ανατομία του πόνου παρακαλώντας τη συγχώρεσή της.
                                                               …
Μερικές ημέρες αργότερα επέστρεψε στην οικεία καρδιά. Η θλίψη του προσπερνούσε τα βήματά του στην κοιλάδα και έφτασε πρώτη στο σπίτι τους. Ευτυχώς ήταν ο γερογεωσκώληκας στη βεράντα και πρόλαβε να την κρατήσει προσωρινά μακριά από την Μπελανότα.
«Τι έγινε κύριε Κινγκ; Τι χάλια είναι αυτά; Μη σε δει έτσι η τριανταφυλλιά, αρκετά υπέφερε. Δεν φτάνει που την εγκαταλείψατε, την καλύψατε και με αυτή τη δαντελωτή αηδία να μη μπορεί η ομορφιά να σηκωθεί πιο ψηλά από το νόημά της. Το πέταξα το παλιόπανο, να ξέρεις.» βιάστηκε να τον μαλώσει, μα μόλις είδε το αγκάθι και τα λυπημένα του μάτια, κατάλαβε… «Που είναι η τραγουδιάρα σου να ψάλλω και σε αυτήν ένα συρσιματάκι;» είπε με προσποιητό θυμό, τάχα πως ό,τι και αν είχε συμβεί, αυτόν καθόλου δεν τον ενδιέφερε…
Ο κύριος Κινγκ χάιδεψε τη ρυτιδιασμένη ράχη του γερογεωσκώληκα, κάθισε στην καρέκλα δίπλα του, κοίταξε από μακριά τη Μπελανότα, ψηλή, φουντωμένη, λαμπερή και χωρίς να πάψει να την κοιτά διηγήθηκε στο φίλο του όσα είχαν συμβεί.
«Ξέρεις τι νομίζω κύριε Κινγκ; Τα αγκάθια τα χρειάζονται κάποια ευαίσθητα πλάσματα για να προστατευτούν. Σωστά; Σωστά. Από κάποια απειλή. Ναι; Ναι. Δεν σημαίνει ότι όσα γεννιούνται χωρίς αγκάθια δεν είναι ευαίσθητα και εκτεθειμένα σε απειλές, αλλά ότι είναι ευαίσθητα και εκτεθειμένα σε διαφορετικές απειλές από αυτές που προστατεύουν τα αγκάθια. Λιγότερο ίσως ευδιάκριτες… Πάντως αυτή η καρδιά, η Αγκαθούπολη, όπως την περιέγραψες, φαίνεται να είναι άρρωστη και δε θα επιβιώσει ακόμη για πολύ. Ούτε νομίζω θα ‘χει αναπαραχθεί. Τα αγκάθια της ήταν επιθετικά. Ενώ γενικά τα αγκάθια δεν είναι ιμπεριαλιστές. Είναι αμυντικοί παίχτες. Αυτή η καημένη καρδιά πρέπει να έτυχε πολλών συνδυασμών ατυχών απειλών για την ύπαρξή της, πρέπει να πόνεσε πολύ, να υπέφερε ολοκληρωτικά για να μεταλλάχθηκε σε τέτοιο καταστροφικό ον. Τέλος πάντων…
Εσύ και η αξέχαστη Μάρτζυ Κολορατούρα σπεύσατε να βρείτε αγκάθια για τη Μπελανότα, βέβαιοι ότι κάτι της λείπει, ότι κάτι δεν της δώσατε εσείς. Γιατί, αν δεν είχατε την αμφιβολία αυτή για τον εαυτό σας, θα την ακούγατε όταν έλεγε ότι τίποτα δεν της λείπει. Εσάς ακούγατε. Σε εσάς έλειπε. Υποτιμήσατε τη δυνατότητα που της έδωσε η φύση να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, γιατί έτσι υπερτιμούσατε τη δυνατότητα να ακούτε τον ιδανικό εαυτό σας. Γιατί; Η Μπελανότα, μεγάλωσε και έγινε μια ξεχωριστή από εσάς που τη δημιουργήσατε οντότητα. Ο αποχωρισμός ήταν μπροστά σας κι δεν είχατε αγκάθια να αντιμετωπίσετε την απειλή του. Τελικά τα καταφέρατε. Τίποτα δεν απειλεί πια τη Μάρτζυ Κολορατούρα. Κι εσύ κύριε Κινγκ, αντιμετώπισες με το σουγιά τον πόνο και επέστρεψες με ένα σκληρό αγκάθι στα χέρια σου να συμβολίζει αυτό που πραγματικά απέκτησες και τόσο χρειαζόσουν. Πάμε τώρα στη Μπελανότα.»
Δεν είπε τίποτα ο κύριος Κινγκ στο γερογεωσκώληκα. Η σιωπή του ήταν γαλήνια. Είχε ακούσει αυτά που ένιωθε, αλλά πριν γίνουν λόγια από τα χείλη ενός φίλου ήταν άγνωστα, τρομακτικά. Το  αγκάθι, παρόλο που δεν είχε μαλακώσει, είχε γίνει πιο ελαφρύ.
«Α, ξέχασα.» είπε ο γερογεωσκώληκας καθώς πλησίαζαν την τριανταφυλλιά «Είναι κάτι νεαροί γεωσκώληκες που τριγυρίζουν τη Μπελανότα. Εγώ το κανόνισα. Καλά παιδιά. Να σου εξηγήσω. Όταν φύγατε και την κουκουλώσατε με αυτό το άθλιο προικοτραπεζομάντηλο, η Μπελανότα άρχισε να φαλτσάρει. Στην αρχή νόμιζα ότι επρόκειτο για παραπονεμένο κλάμα εγκατάλειψης. Όμως, καθώς περνούσε ο χρόνος εντείνονταν το φαλτσάρισμα, η καρδιά ανέβαζε πίεση από την κακοφωνία, πήγα της ζήτησα να σταματήσει. Το συζητήσαμε. Μου είπε ότι, ναι, νιώθει κάπως εγκαταλελειμμένη, αλλά δεν φαλτσάρει γι΄ αυτό.  Ότι δεν το ελέγχει κι ότι δεν ξέρει γιατί της συμβαίνει, ότι ίσως φταίει το τραπεζομάντηλο που τη σκεπάσατε για να μη βλέπει ο κόσμος που δεν είχε αγκάθια - εκεί να ακούσεις φάλτσο ντροπής!- ότι δε μπορεί να εκφράσει τις νότες της με τόση δαντέλα, ε, τι να κάνω κι εγώ της είπα θα της φέρω αγκάθια, με ένα σμπάρο ένα σωρό τρυγόνια κύριε Κινγκ, βοήθησαν τα παιδιά βγάλαμε το τραπεζομάντηλο, ησύχασε ο τόπος από την παραφωνία και η Μπελανότα νομίζει ότι οι νεαροί γεωσκώληκες είναι αγκάθια… Να της το φέρουμε με το μαλακό.»
                                                                 …
Πόσο είχε μεγαλώσει! Ήταν η πιο ατελείωτη τέλους τριανταφυλλιά που είχε δει ποτέ του! Πιο όμορφη από τα όρια του «ό» και «η» της λέξης. Πιο φρέσκια από ό,τι πρωτοδιαπιστώθηκε ως φρεσκάδα. Πιο ευωδιαστή από το πρώτο του φιλί με τη Μάρτζυ Κολορατούρα. Πιο καλλίφωνη από τα μαθηματικά. Η Μπελανότα τους… Η αγάπη τους…
«Κύριε Κινγκ! Αααα! Λα λα λα λα λα»
«Πόσο της μοιάζεις…»
«Κύριε Κινγκ…» έγειρε όλα της τα κλαδιά, όλα τα φύλλα και τα λουλούδια της και τον αγκάλιασε. Νιώθοντας την υπέρτατη χαρά της επανασύνδεσης σε κάθε μόριο της ύπαρξής της και  πριν προλάβει να ρωτήσει για τη Μάρτζυ Κολοραρούτα, ένας από τους νεαρούς γεωσκώληκες έμπηξε τόσο βροντερά τα κλάματα από τη συγκίνηση, που διέκοψε το θερμό εναγκαλισμό και ανάγκασε τη Μπελανότα να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις :
«Να σου συστήσω τον Τζαμπ! Ένα από τα τέσσερα αγκάθια μου. Είναι ευθύς και αρκετά επικίνδυνος όταν δεν κλαίει… Αυτός ο κούκλος δίπλα του είναι ο Χουκ, ειδικός στις προσποιήσεις, σου τη φέρει από εκεί που δεν τον περιμένεις. Τι να πω για τον Άπερκατ; Ο πιο δυνατός από όλους, μόνο που είναι μύωπας, αμύνεται μόνο από κοντά. Και αυτός είναι ο Κρος. Παραδοσιακός τύπος. Ο πρώτος που τράβηξε το τραπεζομάντηλο. Κύριε Κινγκ, ορίστε τα αγκάθια που υπολογίζατε ότι δεν έχω!»
Οι τέσσερις γεωσκώληκες χωρίς να θέλουν να προδώσουν τις φαντασιώσεις της Μπελανότα υποκλίθηκαν στον κύριο Κινγκ ωσάν πραγματικά αγκάθια. Και ο κύριος Κινγκ χωρίς αντίστοιχα να θέλει να τους διαψεύσει τους χαιρέτησε. Μετά, ζήτησε να τους αφήσουν μόνους και είπε στη Μπελανότα κάθε αλήθεια για τα αγκάθια, τη Μάρτζυ Κολορατούρα και τον εαυτό του.
«Δηλαδή, ο Τζαμπ, ο Χουκ, ο Άπερκατ και ο Κρος είναι πυγμάχοι γεωσκώληκες; Δεν είναι τα αγκάθια μου;»
 Ο κύριος Κινγκ καταλάβαινε ότι η Μπελανότα φάλτσαρε από αμηχανία. Μόλις τον είχε ακούσει να της λέει για το τέλος ενός μέρους της ζωής της, τη Μάρτζυ Κολορατούρα και για το επικείμενο τέλος της δικής τους σχέσης. Θα έφευγε κι ο ίδιος από κοντά της, όχι γιατί δεν την αγαπούσε, τη λάτρευε, αλλά γιατί  η Μπελανότα ήταν τριανταφυλλιά κι αυτός πιλότος, η Μπελανότα είχε ρίζες κι αυτός είχε αεροπλάνο, η Μπελανότα δεν είχε αγκάθια ενώ αυτός πια είχε. Θα έφευγε από την τροπική καρδιά γιατί ήταν στη δική του φύση να πετάει από καρδιά σε καρδιά να τις γεμίζει ωραία πλάσματα όπως εκείνη.  Της είπε ότι όταν  φοβάται να εμπιστεύεται πάντα τη δική της φύση, τους φίλους και τις νότες που της έδωσε η Μάρτζυ Κολορατούρα. Είναι εύκολο να καταλάβει λοιπόν κανείς, γιατί η Μπελανότα αρνούταν στην αρχή να δεχτεί όλα τα παραπάνω…
                                                                 …
Ο κύριος Κινγκ ετοιμάστηκε να φύγει το επόμενο ξημέρωμα. Μια σιγανή βροχή δρόσιζε την τροπική καρδιά και στη βεράντα του σπιτιού ο γερογεωσκώληκας ροχάλιζε κάτω από το τραπέζι. Ο Τζαμπ, ο Χουκ, ο Άπερκατ και ο Κρος κοιμόταν σφιχταγκαλιασμένοι πάνω σε ένα πλατύ φύλλο της Μπελανότα.  Ο κύριος Κινγκ πήγε κοντά προσέχοντας μην την ξυπνήσει κι άφησε δίπλα της το αγκάθι. Ήθελε να τη μυρίσει για τελευταία φορά, να ακούσει ποια μαγική φωνή είχε στα όνειρά της. Άγγιξε απαλά τα κλειστά μπουμπούκια της και έπειτα απομακρύνθηκε από κοντά της.
Η Μπελανότα συνέχισε να προσποιείται ότι κοιμάται. Μέχρι που άκουσε τους κινητήρες του αεροπλάνου. Τότε τέντωσε όλα της τα κλαδιά, άνοιξε όλα της τα τριαντάφυλλα, αναρριχήθηκε σε κάθε εμπόδιο, μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε η οργή, ο πόνος και η φωνή της, «Μη με αφήνεις μόνη κύριε Κινγκ! Μη φύγεις!». Οι κινητήρες του αεροπλάνου επιτάχυναν την απογείωση, βούιζαν όλο και πιο δυνατά και κάλυπταν τη φωνή της «Ποιο τραγούδι να πω Μάρτζυ Κολορατούρα;» ούρλιαζε η Μπελανότα και έτρεμαν οι ρίζες της στο χώμα, μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε η απόσταση από τη τροπική καρδιά μέχρι που ο ήχος του αεροπλάνου χάθηκε στο βροχερό ουρανό της.
Μαζεύτηκαν οι φίλοι της γύρω από τα χαλάσματά της, τη χάιδευαν, την αγκάλιαζαν, τη φιλούσαν, την παρηγορούσαν :
«Μη φοβάσαι μικρή Μπελανότα, μεγαλώνεις, τραγούδα…»
«Δεν είσαι μόνη όμορφη Μπελανότα, είμαστε μαζί σου, τραγούδα…»
«Μη ξεχάσεις την αγάπη, σπάνια Μπελανότα, τραγούδα…»
Κι έτσι η Μπελανότα τραγούδησε. Ένα τραγούδι αλλιώτικο, μια σύνθεση από νότες που πρώτη φορά καταλάβαινε. Η φωνή της βαθιά, βραχνή από την πάλη, μετουσιωμένη, δυνάμωνε και σταθερά ψήλωνε μέχρι που ακούστηκε σε όλη την τροπική καρδιά και ξύπνησε όλα τα πλάσματα της. Ήταν η πιο θαυμαστή μελωδία που είχε ακουστεί ποτέ στην καρδιά.
«Το αγκάθι», όπως έμεινε γνωστό το τραγούδι της Μπελανότα,  ταξίδεψε και στις γειτονιές καρδιές και τραγουδιέται συχνά από τους κατοίκους τους σε στιγμές παρηγοριάς. Αν ακούσετε λίγο προσεκτικά και τη δική σας καρδιά, ίσως να έχετε την τύχη να το ακούσετε.
                                                











25.4.16

Ψύλλοι


Θέλω να σε αγγίξω και η κυρία Αγγελική είναι στην εντατική αυτή η εντατική ο προθάλαμος του θανάτου θέλω να σε αγγίξω δεν είμαι σίγουρη ότι ζεις η κυρία Αγγελική φοβάται και πείθει τον εαυτό της ότι ήταν προετοιμασμένη για αυτή τη στιγμή τώρα προσεύχεται να ισχύουν οι μετά θάνατον συνέχειες να συναντήσει ξανά τον άντρα της πιστή αφοσιωμένη πληγωμένη από την απουσία του θέλω να σε αγγίξω στην εντατική διαπιστώνω την ανυπαρξία ελπίδας και φοβάμαι μόνη δεν είναι παρηγοριά η συμπόνια το μέγεθος της αλήθειας είναι αμέτρητο χρόνο έχασα που αναρωτήθηκα χρόνος ζωής να θέλω να σε αγγίξω γιάτρεψέ με επιτέλους στην εντατική ο θάνατος είναι σκληρός αδιάφορος για τη σκληρότητά του αδιάφορος μόνη είναι η κυρία Αγγελική και φοβάται να ήξερε ότι θέλω να είμαι εκεί να της έπαιρνα τον φόβο να την σιγουρέψω ότι για μένα είναι αθάνατη ότι είμαι μια γλυκιά ψεύτρα αλλά την αγαπώ θα έκανα τα πάντα για να την ανακουφίσω αλλά φοβάμαι ότι δεν γίνεται να τα καταφέρω κι εσένα θέλω να σε αγγίξω σε μισώ που δεν με αφήνεις στην εντατική στον προθάλαμο απόλυτα ανεξάρτητη από κάθε αγάπη και πόνο απόλυτα μόνη σας αγαπώ κυρία Αγγελική τουλάχιστον σας φίλησα πριν το καλό Πάσχα υπάρχει μια ελπίδα να ξέρετε ότι θέλω να ζήσετε κι άλλο να μην ήσασταν τόσο ανεξάρτητη από εμένα και την επιθυμία μου να υπάρχετε παλέψτε το να πιούμε τον καφέ που λέγατε θέλω να σε αγγίξω να ζήσουμε όλοι για πάντα γιάτρεψε τη μαγική μου σκέψη να χαθεί ο πολιτισμός από τα σπλάχνα μου να μη θέλω τίποτα και να πεθάνω πριν από όλους αφού σε αγγίξω άφησέ με να σε χαϊδέψω σκληρέ αδιάφορε ανθρώπινε αληθινέ άλεκτε αν υπήρχαν δαίμονες και μου έλεγε κάποιος από αυτούς « η κυρία Αγγελική να ζήσει κι άλλο ή αυτός να σε αφήσει να τον αγγίξεις;» θα διάλεγα να ζήσει κι άλλο η κυρία Αγγελική συγχώρα με άγγελέ μου αλλά αν ήσουν αληθινός και με άκουγες και συμφωνούσες να σε αγγίξω τότε θα μπορούσαμε μαζί να κάνουμε αθάνατη την κυρία Αγγελική αληθινή είναι η εντατική εσύ εγώ και η κυρία Αγγελική είμαστε χρόνος

8.11.15

Στην αρχή

Όταν βρέθηκα πρώτη φορά σε αυτήν την Χώρα δεν είχα την ικανότητα που μου επιτρέπει τώρα να σας διηγηθώ όλα τα τρομερά και απολαυστικά που έζησα. Δεν γνώριζα την γλώσσα σας. Τώρα όμως είμαι κι εγώ σας εσάς και με το νου μου μπορώ να σας ταξιδέψω στην ιστορία μου, μέχρι τα όρια του «παντού» μου.
Διαβάζοντας εσείς, δεν ακούτε τον ήχο αυτού του συνδυασμού των λέξεων «παντού μου», αλλά όπως γράφοντας εγώ τον αναπαράγω μέσα μου, τον παρομοιάζω με τους ήχους που αντιλαμβανόμουν λίγο πριν έρθω στη Χώρα σας. Ακούω «α» «ου» «ου», «α» «ου» «ου», «α» «ου» «ου» και σιγά- σιγά ανάμεσά τους «ντ», «α» «ντ» «ου», «α» «ντ» «ου». Ακούτε τον ήχο ενός ταμπούρλου που αναπνέει; «α» «ντ» «ου» «μ», «α» «ντ» «ου» «μ». Ένα ταμπούρλο που φουσκώνει με κάθε αναπνοή και μεγαλώνει με την εκπνοή, «π» «α» «ντ» «ου» «μ», «π» «α» «ντ» «ου» «μ». Παρασύρομαι από τις αναμνήσεις, συγχωρέστε μου την φλύαρη ένταση τους, που με κάνει να επιθυμώ να σας περιγράψω με λεπτομέρεια  τους ήχους.
Ήταν χέρια γύρω από το ταμπούρλο που το έκαναν να αναπνέει, τεράστια χέρια μιας αγριεμένης πρωτόγονης φυλής, που μετάγγιζαν βία, δηλαδή ζωή, πάνω σε ένα τεντωμένο δέρμα. Σταδιακά ο ήχος  μεγάλωνε κι όταν άρχισαν να ακούγονται περισσότερα και πυκνότερα τα «π» «α» «ντ» «ου» «μ» «ου»  σκίστηκε το δέρμα και σκόρπισαν οι ήχοι. Μαζί τους κι εγώ. Θυμάμαι πολύ καλά πόσο τρόμαξα έξω από το δέρμα καθώς προσγειωνόμουν στη Χώρα σας σαν μια τυφλή νότα «ντο».
Αμέσως με άγγιξε κάτι και σταμάτησα να είμαι μόνο ήχος. Τα χέρια που με αγκάλιασαν ήταν δύο. Η μυρωδιά τους μου θύμιζε τη μυρωδιά του ταμπούρλου κι αυτό κατεύνασε τον τρόμο μου. Σε λίγο τον εξαφάνισε και αισθάνθηκα πρώτη φορά την ανακούφιση και την ευχαρίστηση που αισθάνονται οι νότες όταν τοποθετούνται σε ένα πεντάγραμμο. Γρήγορα κατάλαβα ότι σε αυτήν τη Χώρα η ιδιότητα των πραγμάτων να εξαφανίζονται, όπως ο τρόμος, απειλούσε και τη δική μου ύπαρξη, η οποία από εδώ και πέρα εξαρτιόταν από τα χέρια που με τοποθετούσαν σε μια παρτιτούρα. Ο τρόμος επανήλθε. Βαθύς και αναπόσπαστος πια, εναλλάσσονταν έκτοτε στη Χώρα σας με τον ανεξάντλητο πόθο για το άγγιγμα και τη μυρωδιά του μαέστρου, για την ανακούφιση και την ευτυχία.

Από τότε θυμάμαι ότι έψαχνα να βρω το νόημα σε αυτήν την αγωνιώδη εναλλαγή. Αντέδρασα στην αγωνία και στην επακόλουθη ανάγκη μου να αποδράσω από τη Χώρα σας, νοσταλγώντας την προηγούμενη κατάσταση του  «π» «α» «ντ» «ου» «μ» «ου», και του πριν από τότε, που ήμουν κάτι απερίγραπτο. Νόμιζα ότι στην αρχή του πενταγράμμου θα έβρισκα το κλειδί του σολ και θα γινόμουν αρμονία. Έτρεχα κυνηγώντας πάντα ένα νόημα το οποίο έτρεχε πάντα πίσω από την αγωνία. Βεβαίως το νόημα ήταν ένα ευφύημα, μια κατασκευαστική ικανότητα του νου που αναπτύχθηκε για να την προσπεράσει. Νόημα δεν υπήρχε ποτέ, μόνο μοίρα. Η μοίρα μου σε αυτήν τη Χώρα ήταν και είναι να γεννηθώ, να αναπαραχθώ και να πεθάνω. Ανάμεσα από αυτά τα γεγονότα αγάπησα και μίσησα σφοδρά, πρώτα τα χέρια που με προϋπάντησαν κι έπειτα πολλούς από εσάς. Για αυτόν τον έρωτα θα σας μιλήσω, τώρα που πια μπορώ.
(συνεχίζεται) 

4.10.15

Μπε εκλογές


 Σύννεφα, αέρας, μαύρος ουρανός… Η σειρήνα ενός περιπολικού κι ένας λύκος μουεζίνης. Βγαίνω στο μπαλκόνι να γιορτάσω την εποχή που μπαίνει. Στα απέναντι μπαλκόνια, γειτόνισσες μαζεύουν τα ρούχα. «Μπε» κάνω σε μια, «Μπε-μπε» απαντάει χαρούμενα, συνωμοτικά.
Πάνω από τα τριχωτά κεφάλια μας σχηματίζεται το όραμα του Αγίου Τράγου. Η συγκίνηση αρχίζει τρέχει από τα μάτια μας όπως η βροχή.  Σχηματίζουμε με τα μπροστινά μας πόδια το σύμβολο της προσήλωσης στο κατσικίσιο ιδεώδες και προσκυνάμε την θεοποιημένη ελπίδα μας. «Μπε-μπε-μπε-μπε» ύμνοι μελωδικοί κυλάνε και εξαπλώνονται στο μαντρί, ενώνονται με τη φωνή του λύκου μουεζίνη. 
Εύχομαι να ήξερα να πω κάτι περισσότερο, δεν φτάνει το «μπε» να εκφράσω ην ευγνωμοσύνη μου στον Άγιο Τράγο. Χάρη σε αυτόν το κατσικίσιο μας γάλα, το κατσικίσιο μας τυρί, το κατσικίσιο μας κρέας είναι πρώτο στις προτιμήσεις των καταναλωτών, εξάπλωσε την αλλεργία στη λακτόζη, παγκοσμιοποίησε την αξία μας.
Ρίχνει κεραυνούς ο Άγιος, ω Μεγάλη η Χάρη σου, Μεγάλη η Δύναμή σου! Άρμεξέ με κι εμένα την ταπεινή, απελευθέρωσέ με από τα δεινά της ατομικότητας, θυσίασέ με στα υπόγεια του βοσκού, κάνε με μέρος της Δόξας σου! Μπε μπε μπε!                

17.9.15

Κάτι άλλο

Συνέβη σήμερα μια παράξενη αλλαγή στην ζωή μου.
Ξυπνώντας το πρωί να πλύνω το πρόσωπο και τα δόντια μου σήκωσα το κεφάλι προς το καθρέπτη πάνω από τον νιπτήρα να με κοιτάζω που θα άλειβα κρέμα στην επιδερμίδα μου και να ελέγξω αν τα δόντια μου έγιναν τόσο λευκά όσο υπόσχονταν η οδοντόκρεμα μετά την εφαρμογή της. Όμως, αντί να δω το αφράτο από τον ύπνο πρόσωπό μου και τα λεκιασμένα από το τσιγάρο δόντια μου είδα ένα πλήθος μικροσκοπικών ανθρώπων, σα να ήταν πολύ μακριά, παρόλο που ήταν τόσο κοντά μου, στραμμένων προς εμένα να κοιτάνε με ενδιαφέρον το τεράστιο πρόσωπό μου. Αντιλαμβανόμουν την προσοχή τους να μετακινείται από το μύτη προς το στόμα μου ή από τις τρίχες των ρουθουνιών προς το σμήγμα του πηγουνιού μου, από τις κόρες των ματιών προς τις βλεφαρίδες μου. Περνούσαν χρόνο άγνωστο σε εμένα παρακολουθώντας τις εκφράσεις μου και προσπαθώντας να καταλάβουν τις αιτίες τους. Κάποια στιγμή ένας από το πλήθος άπλωσε το χέρι και έδειξε το δεξί μου μάγουλο κάνοντας πολλά κεφάλια να στραφούν προς αυτό, τα οποία με τη σειρά τους παρέσυραν όλο σχεδόν τον όχλο να πλησιάσει εκείνο το σημείο που φαίνονταν να έχει διεγείρει το ενδιαφέρον τους. Τι έβλεπαν οι άνθρωποι αυτοί και εγώ πλέον δεν μπορούσα;
Άφησα την απορία μου στην άκρη κι έφυγα από μπροστά τους. Έβαλα στο φλιτζάνι καφέ που είχα ετοιμάσει από το βράδυ να περιμένει το πρωί στην καφετιέρα και έστριψα τσιγάρο. Άνοιξα το laptop να συνδεθώ με τον κόσμο όσο θα διαρκούσε το πρωινό μου. Θα σκεπτόμουν το θέμα του καθρέπτη του μπάνιου μετά, με ξύπνιο από την καφεΐνη και τη νικοτίνη μυαλό, αποφάσισα. Αλλά δεν πρόλαβα να εκτελέσω την ρουτίνα και την απόφασή μου, γιατί αμέσως μόλις άναψε η οθόνη είδα απέναντι τον εαυτό μου, όπως προσδοκούσα να τον είχα δει στο μπάνιο. Με καχύποπτες αλλά γρήγορες κινήσεις πήρα στα χέρια το κινητό μου και έσυρα το δάχτυλο στην οθόνη σχηματίζοντας το μυστικό κωδικό. Μόλις ξεκλείδωσε η οθόνη αντί να δω οτιδήποτε συνηθισμένο, είδα πάλι εμένα. Πήγα αμέσως μπροστά στην τηλεόραση όπου συνέβη κι εκεί ακριβώς το ίδιο. Συνδέοντας όλα αυτά με την εμπειρία μου στο μπάνιο έπρεπε τώρα να ελέγξω και τους υπόλοιπους καθρέπτες του σπιτιού. Σύντομα διαπίστωσα ότι σε όλους τους καθρέπτες έβλεπα ανθρώπους να παρακολουθούν την ύπαρξη μου σα να είμαι εγώ πίσω από μια οθόνη και σε όλες τις οθόνες έβλεπα τον αγουροξυπνημένο εαυτό μου, καταλαβαίνοντας και τι ενδιαφέρον έβρισκαν οι άνθρωποι στο αριστερό κατ’ αυτούς μάγουλό μου. Είχε απλώς τσαλακωθεί από τη νυχτερινή επαφή του με το μαξιλάρι.
Παρόλο που έχει περάσει αρκετός χρόνος για να αποδεχτώ αυτή την αντιστροφή, δεν έχω ακόμα κατανοήσει τη φύση των δυνάμεων που ενεργοποιήθηκαν για να ανταλλάξουν ιδιότητες οι καθρέπτες με τις οθόνες του κόσμου μου. Αυτή τη στιγμή υποτίθεται πως κάθομαι μπροστά από την οθόνη του laptop και γράφω. Γνωρίζοντας τυφλό σύστημα γραφής δεν χρειάζεται να κοιτώ το πληκτρολόγιο για να διαλέξω τα γράμματα των λέξεων που επιλέγω. Κοιτάζω προς την οθόνη και βλέπω το προσηλωμένο πρόσωπό μου. Καθώς φαίνεται τα μάτια μου όταν είμαι προσηλωμένη σε ένα αντικείμενο, ελαφρώς αλληθωρίζουν. Αναρωτιέμαι τώρα αν αυτός ο συγκλίνοντας στραβισμός τους είχε ποτέ αντίκρισμα σε αυτά που αντιλαμβάνομαι και κατά συνέπεια σε αυτά που γράφω. Ποιος ξέρει;
Ίσως από υπερβολικό ζήλο να αποφύγει τη διπλωπία, ο εγκέφαλός μου να ενδυναμώνει εναλλάξ την όραση των ματιών μου και να τα κάνει να κινούνται ασύγχρονα. Τι παράξενα που θα ήταν αν το κάθε μάτι τού έστελνε διαφορετικά μηνύματα για το οπτικό μου πεδίο! Ίσως πάλι το αλληθώρισμα να οφείλεται σε αυτή καθεαυτή την ανάγκη μου για προσήλωση, σε μια πρωτόγονη φαντασίωση του να ήμουν Κύκλωπας. Ο Κύκλωπας δεν αντιμετωπίζει ποτέ την απελπισία των δυο ματιών για την εκ φύσεως ανικανότητά τους να αντικρίσουν το ένα το άλλο. Δεν γνωρίζει από οπτικές διαζεύξεις και φυσικά δεν κλαίει. Διότι και το κλάμα συμβαίνει μόνο για να ανακουφίσει τα μάτια από την απελπιστική τους ανάγκη να ενωθούν, όταν δεν εργάζονται για την αντίληψή μου, όταν θέλουν να κλείσουν τα βλέφαρα και να κάνουν έρωτα στο κρεβάτι μου. Με την ψευδαίσθηση μιας επιτέλους παθιασμένης επαφής τους μέσω των δακρύων στο πηγούνι μου, ανακουφίζομαι που δεν είμαι Κύκλωπας.
Πως είμαι έτσι; Δεν μου αρέσω καθόλου. Εκτός του στραβισμού, βλέπω ότι τα φρύδια μου συνοφρυώνονται και τα χείλη μου σουφρώνουν. Τα μάγουλα μου κρέμονται και έχω διπλοσάγονο. Υποθέτω πως έτσι ήμουν πάντα μπροστά στις οθόνες κι ευτυχώς που τα ανθρωπάκια στους καθρέπτες δεν μπορούν να με δουν. Πάω να δω τι κάνουν και να τους δείξω ποια είμαι.
Επέστρεψα. Είμαι λίγο χλωμή. Από την ορθοστατική υπόταση θα είναι, γιατί στεκόμουν πολύ ώρα όρθια μπροστά τους. Αρχικά τους είπα «Γεια σας, με ακούτε;» αλλά έγινε αμέσως σαφές ότι δεν με άκουγαν, μόνο με έβλεπαν. Αποφάσισα να εκμεταλλευτώ τη μοναδική ευκαιρία που θα είχα ποτέ στη ζωή μου να τραγουδήσω μπροστά σε κοινό, εξαιτίας της κακοφωνίας μου. Χαμογέλασα, έκανα υπόκλιση, κοίταξα τάχα στο υπερπέραν και ξεκίνησα να τραγουδώ με χειρονομίες που υποδήλωναν τους ερωτικούς στίχους του τραγουδιού μου. Κανένας δεν χειροκρότησε γιατί υποθέτω ότι κανένας δεν καταλάβαινε τι έκανα. Κάποιοι κούνησαν αποδοκιμαστικά τα κεφάλια τους και περπάτησαν μέχρι την μια άκρη του καθρέπτη ψάχνοντας προφανώς για έξοδο. Κατάλαβα ότι αισθάνονταν φυλακισμένοι. Άπλωσα τα χέρια τότε προς τα εκεί και χάιδεψα την εικόνα τους. Αυτό ήταν καλό, γιατί αντιλήφθηκαν την συμπάθειά μου και χαμογελώντας έγνεψαν τώρα με τα κεφάλια τους συμμετοχή στην επικοινωνία.  Με χειρονομίες και εκφράσεις των προσώπων, εντρυφήσαμε σχετικά γρήγορα στη νοηματική και καταλάβαμε ότι αυτή η κατάσταση ήταν αμφίδρομα περίεργη για όλους μας.
Πως έγινε ο κόσμος της οθόνης να βλέπει τον θεατή του και πως έγινε ο θεατής να βλέπει τον εαυτό του στην οθόνη; Κι ας αφήσουμε τις αιτίες, πως θα μάθουμε αν αυτό μπορεί να ξανά αντιστραφεί; Κι αν δεν γίνεται; Πως θα ζήσουμε  από εδώ και στο εξής, εγώ ως πρωταγωνίστρια σε μια οθόνη και αυτοί ως μοναδικοί θεατές του εαυτού μου; Ποιο θα είναι το νόημα της ζωής μας αν αυτοί χάσουν την ικανότητα τους να επηρεάζουν τυφλά εμένα κι εγώ χάσω την ικανότητά μου να βλέπω ομορφιά στον καθρέπτη του εαυτού μου επηρεαζόμενη από τα νοήματα της αλλοτινής οθόνης; Με μοναδικά μας όπλα το τυφλό σύστημα και τη νοηματική γλώσσα αποφασίσαμε ότι αργά ή γρήγορα θα λύσουμε αυτόν τον γρίφο.
Έτσι επέστρεψα εδώ και τι άλλο να κάνω; Ξανά γράφω διότι είναι αμήχανο να κάθομαι μπροστά σε μια οθόνη και να καταλαβαίνω τον εαυτό μου. Όλα αυτά τα αντιστρέψιμα είναι φοβερά, εξού και η ρυτίδα τρόμου στο μέτωπό μου. Ωστόσο χτυπάει το τηλέφωνο μου. Πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον δεν έχω χάσει επαφή και με τον υπόλοιπο κόσμο.

(συνεχίζεται)

24.6.15

Κομμουνίστρια ή καπιταλίστρια;

Παράνοια είναι αυτό που αντιλαμβάνομαι έξω από το σπίτι μου ή αντιλαμβάνομαι αυτό που είμαι; Έχω σιωπήσει, έχω γίνει  επίπεδη, ένα με το έδαφος ενός εμπόλεμου ιδεολογικοπολιτικού κέντρου για να μπορώ να έρπω, να υπάρχω πάνω σε αυτό χωρίς να γίνομαι διακριτή. Επειδή φοβάμαι. Αυτή η φωνή που ακούω μέσα μου, τι ωστική που θα ‘ναι από έναν άλλον έτσι και αγγίξει πραγματικά τα αφτιά μου!  «Φύγε από το κέντρο απολιτικό ερπετό με ελληνική ιθαγένεια! Ή διάλεξε: δεξιά με τους αλαζόνες, αριστερά με τους φθονερούς! Το κέντρο ανήκει σε έναν από τους δυο. Φύγε!»
Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός; Να είμαι κομμουνίστρια ή καπιταλίστρια; Να είμαι με τους νεόπτωχους και τους παλαιόπλουτους ή με τους νεόπλουτους και τους πλουσιόπλουτους; Ελληνίδα ή Ευρωπαία; Χριστιανή ή μουσουλμάνα; Να είμαι Γήινη ή εξωγήινη;  Πο ρε παιδάκι μου, αγωνιώ. Τι είμαι; Εμένα μου αρέσει να είμαστε όλοι κοντά. Μπορεί όμως φωνή, να έχεις δίκιο, μπορεί να μην διαλέγω από δειλία, από αποφυγή ανάληψης ευθύνης.  Η Γη μπορεί να μην είναι στρόγγυλη, επιστημονικό λάθος, μπορεί να είναι ένα μισό κουτί χωρίς ταβάνι, μόνο με μια δεξιά, μια αριστερή πλευρά και ασφαλώς ένα κέντρο.
Να ψάξω. Συμφωνώ. Έχω όντως ιθαγένεια ελληνική. Το δίκαιο του αίματος. Αλλά είμαι και κάτι άλλο εκτός από αυτό;  Από πού προέρχομαι;  Άσε μας ρε φωνή! Που να απαριθμώ τα φύλα που πέρασαν από αυτόν τον τόπο, τις αυτοκρατορίες, τις γλώσσες, τις φιλοσοφίες, τις θρησκείες, τα πολιτικά συστήματα, τα γεωγραφικά του όρια. Αν θέλεις να είμαι ακριβής σε σχέση με την ανθρώπινη καταγωγή μου πρέπει να ανατρέξω πολύ πίσω, να πάω δηλαδή μέχρι την αρχαιότερη παλαιολιθική εποχή, το 100000π.Χ.. Πραγματικά αυτό θες; Αν πάω τόσο πίσω όμως, τόσο που σχεδόν δεν βλέπω, θα με αναγκάσεις να είμαι ακριβοδίκαιη με το θέμα της ιστορίας, και της δικής μου και της δικής σου. Επιμένεις και δεν έχω άλλη επιλογή. Η μόνη βέβαιη απάντηση στην ερώτησή σου είναι ότι ιστορικά προέρχομαι από τους όρχεις του πατέρα μου. Δεν έχω ιδέα αν ήταν από τον δεξί ή από τον αριστερό.  Προορισμό είχα να ριζώσω σε ένα αυγό στην αριστερή ή στη δεξιά ωοθήκη της μήτρας της μητέρας μου και να αναπτυχθώ στο κέντρο του σώματός της. Δεν είμαι λοιπόν τώρα παρά το περιεχόμενο ενός γκλομπαλιστικού αυγού του «έθνους» της «ορχιδέας».
Όταν έσπασε το τσόφλι μου και βγήκα στη Γη νόμιζα ήμουν το κέντρο της, όπως ήμουν το κέντρο της μαμάς μου, ένα μοναδικό αυτοτρεφόμενο κέντρο.  Αλλά δεν ήμουν. Ήμουν απλώς ένα άπληστο για το «κέντρο», με κυριαρχικές ορμές προς αυτό, νέο σώμα πάνω -και όχι μέσα- σε μια σφαίρα. Τετραγώνισα την αντίληψή μου -και συνεπώς τον κόσμο μου-, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να δημιουργήσω ένα κέντρο έξω από εμένα και μια πήγαινα δεξιά, μια αριστερά  για να εξασφαλίζω την ύπαρξή του και την κυριαρχία μου σε αυτό. Αποτελούσα άλλοτε ένα φανταστικό κέντρο φανταστικών επιδρομέων από δεξιά και αριστερά, που ήθελαν να με κατακτήσουν κι άλλοτε ένα φανταστικό κέντρο που επεκτείνονταν διαρκώς προς την εξαφάνιση των φανταστικών δεξιών και αριστερών ορίων του.
Κι έπειτα η ιστορία είναι γνωστή. Οι ψευδαισθήσεις έλαβαν τέλος χάριν της μη πραγματικής μοναξιάς μου στο δωμάτιο που είχε τοποθετηθεί η κούνια μου. Το πήρα απόφαση ότι δεν ήμουν ο μοναδικός ομφαλός της Γης, υπήρχε και το Στόουνχετς. Δυστυχώς όμως δεν σταμάτησα να διαιρώ τον κόσμο σε δεξιούς και αριστερούς «όρχεις» - με την κακή έννοια- και να διεκδικώ την επιβολή και την εξουσία στο χώρο ανάμεσά τους, την επικράτησή μου, όπως στην αλήστου μνήμης φαντασιωτική αυτονομία μου.  Πόλεμος. Άρα; Αναπόδραστη η τραγική παραδοχή της απελπισίας μου για την ικανοποίηση των αναγκών μου μέσω και των άλλων, αυτών που έχουν ό,τι μου λείπει. Ή το αρπάζω από τα δεξιά ή το απαιτώ από τα αριστερά και αντίστροφα ή το διαπραγματεύομαι στο κέντρο. Ε; Πιο καλό  δεν ακούγεται για τέτοια χρήση η έννοια του κέντρου;
Και τώρα; Πώς να προσδιοριστώ σήμερα κρυμμένη σε ένα κέντρο ανάμεσα από πυρά εθνικό-αυτό-ορισμένων πολιτών της Ελλάδας;  Σε αυτήν την ερώτηση έπρεπε εξ’ αρχής να απαντήσω. Όχι πως προσδιοριζόμουν κάποτε. Τόση απληστία, φθόνο, ζήλια, πόλεμο και πόνο του ανικανοποίητου που είδα στον ιστορικό εαυτό μου, τι είμαι τώρα που κατάλαβα ότι σε έχω ανάγκη, ρώτα με.
Σίγουρα δεν θέλω να σε πολεμήσω, γιατί δεν θέλω να σε καταστρέψω. Σε έχω ανάγκη, παραδέχτηκα.  Γι’ αυτό δεν θέλω να πάω δεξιά ή αριστερά μιας τετράγωνης οικονομικής πολιτικής. Εγώ θέλω να έρθουμε κοντά και να αφουγκραστούμε ο ένας τον άλλο, να αγαπηθούμε, ξέρεις. Θέλω κι εσύ να παραδεχτείς ότι είσαι ορχιδέα. Μόνο σε αυτό το σημείο είμαι φασίστρια και εξισωτική. Και θέλω επίσης να μην με αδικείς, θέλω να με σέβεσαι, να αφήνεις χώρο και σε μένα να αναπνέω. Σε αυτό το σημείο είμαι κομμουνίστρια. Δεν θέλω να με εξουσιάζεις και να με χειρίζεσαι, υπάρχουν στιγμές που δεν με χρειάζεσαι και δεν σε χρειάζομαι. Εδώ είμαι αναρχική.
Ίσως να μην είμαι τίποτα από αυτές τις λέξεις, επειδή δεν είμαι και τόσο μορφωμένη ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά. Αλλά είμαι ευχαριστημένη με αυτού του είδους την αμορφωσιά. Το ότι δεν ξέρω αν μου ταιριάζει η λέξη σοσιαλίστρια, νεοφιλελευθεριάζουσα ή ενθικοαναρχική μου επιτρέπει ακόμα να παίρνω διάφορα σχήματα. Αν υπήρχε μόρφωση που θα με έκανε σφαίρα, θα την επιδίωκα. Να περιστρέφομαι κι εγώ μαζί με τη Γη γύρω από τον Ήλιο στο Σύμπαν, όχι μόνο γύρω από τον εαυτό μου… Κι αν με άκουγε τώρα ο ψυχοθεραπευτής μου να επιλέγω τη λέξη «σφαίρα» για την μόρφωσή μου, τόσο γλυκά, τόσο ποιητικά, τόσο χαριτωμένα, για να κλείσω το κείμενό μου, θα μου έλεγε : «Οι σφαίρες ξέρετε όταν στρέφονται προς τους άλλους μπορούν να τους σκοτώσουν. Ας μιλήσουμε για το κεκαλυμμένο σας μίσος». Και πώς να αρνηθείς την τετράγωνη μεθοδική λογική του, που όταν την παίρνω μέσα μου κυλάει όντως σαν σφαίρα του μπόουλινγκ και διαλύει όλες μου τις ψευδαισθήσεις;  Τέλος πάντων. Για εμένα απλώς πέρασε και σήμερα λίγος ακόμα χρόνος με την φυσική απουσία μου από τις αριστερό-δεξιές συγκεντρώσεις της Αθήνας της Ελλάδας της Ευρώπης της Γης και την φυσική νοητή επικράτησή μου στον ιδιωτικό μου χώρο στα Πατήσια, να επιδιώκω επικοινωνία με τον άλλον.  

21.5.15

Blacky me

http://anf.nu/noise-white/
Έκλεισαν όλες οι πηγές εσύ λάμδα αφαιρέθηκες σώπασαν όλες οι αρχές της μουσικής εσύ γράμμα του νου δε λείπει τίποτα όλα ήταν πάντα ούτε εσύ λείπεις από εκεί που δεν έλειπες ποτέ ψυχρή αλήθεια ερημιά εσκιμώα έχω ήδη πεθάνει κουράστηκες vita να συμβολίζεται το άγνωστο κουράστηκα δεν με ήξερες ποτέ ούτε εγώ ούτε με γνώρισες ούτε σε γνώρισα δεν υπάρχει κλειδί ζωή δεν υπήρχε θάνατος έχω ήδη πεθάνει ακλείδωτη εσύ δεν γινόταν πιο μακριά τώρα γίνεται αλλιώς αν τα γράμματα ήταν κοντά δεν θα υπήρχαν λέξεις θα αφουγκράζονταν τα ζώα θα μύριζαν τα άλογα στις μοκέτες  ενώ εσύ κι εγώ είμαστε άνθρωποι και λέξεις